Παρασκευή, 17 Απριλίου 2015

Βίγλες της Χίου-Μέρος 2ον

Γενικά για Βίγλες

Οι βίγλες ήταν σκοπιές και φυλάκια με καλή οχύρωση. Ο βασικός τους ρόλος ήταν η εποπτεία της γύρω περιοχής και η επικοινωνία με άλλες βίγλες και αμυντικές θέσεις.

Βίγλα Ελίντα
Παρόλο που μοιάζουν με τους παραδοσιακούς πύργους, έχουν σημαντικές διαφορές: το μέγεθός τους ήταν μικρότερο,  ο αμυντικός τους ρόλος ήταν περιορισμένος, δεν υπήρχαν μεγάλοι χώροι διαμονής, δεν υπήρχε κανονική είσοδος και η βασική τους αποστολή ήταν η έγκαιρη ειδοποίηση για  διαφαινόμενες απειλές ή εχθρικές κινήσεις.
Οι βίγλες ήταν μέρος ενός ευρύτερου δικτύου οχυρώσεων. Σπάνια ήταν μεμονωμένες.

Παρόμοιοι πύργοι-παρατηρητήρια υπήρχαν κατά το παρελθόν σε πολλά σημεία της Ελλάδας, σε κορυφές βουνών, κοντά σε ακτές, σε περάσματα.  Ήταν σε χρήση από την αρχαιότητα μέχρι τον 19ο αιώνα.

Οι κατασκευές αυτού του είδους ονομάζονταν φρυκτωρίες από τους αρχαίους Έλληνες. Οι Ρωμαίοι χρησιμοποίησαν τον όρο vigilarium (που περιλάμβανε πάσης φύσεως πύργους-φυλάκια). Οι Βυζαντινοί τις αποκαλούσαν καμινοβίγλια. Χρησιμοποιήθηκαν και άλλες ονομασίες όπως πύργοι, πυργίσκοι, φανόπυργοι, πρόβολοι, φυλάκια. Η ιταλική λέξη για τη βίγλα ήταν vigilanza και για τον βιγλάτορα vigilatore.

Η λέξη «Βίγλα» έχει λατινική ρίζα.  Προέρχεται από το vigil ή vigilia που σημαίνει σκοπιά, φυλάκιο, παρατηρητήριο. Η αρχική σημασία της ήταν «επαγρύπνηση».

Η  λέξη πέρασε στα Ελληνικά δια μέσου μάλλον του Βυζαντίου παρά από τους Ιταλούς, οι οποίοι πάντως είναι υπεύθυνοι για την κατασκευαστική έκρηξη των βιγλών στον ελληνικό χώρο κατά τον ύστερο Μεσαίωνα.

Από την υστεροβυζαντινή περίοδο και μετά, στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι βίγλες ήταν παραθαλάσσιες και σκοπός τους ήταν η αντιμετώπιση της πειρατείας. Από την περίοδο αυτή έχουν μείνει κατάλοιπα από πολλές βίγλες σε όλα τα ελληνικά παράλια και ιδιαίτερα στα Επτάνησα (όπου σε μια νεώτερη παραλλαγή ονομάζονταν Βαρδιόλες), στα Δωδεκάνησα και στο Βόρειο Αιγαίο.

Στη βάση δεδομένων του Καστρολόγου υπάρχουν πάνω από 50 βίγλες. Οι 25 από αυτές βρίσκονται στη Χίο...


Ιστορικό Πλαίσιο Ι - Οι Γενοβέζοι στη Χίο

Οι βίγλες της Χίου δημιουργήθηκαν επί Γενουοκρατίας, δηλαδή κατά την περίοδο ανάμεσα στο 1346 και το 1566, όταν το νησί κατείχαν οι Γενοβέζοι (ή, αλλιώς, Γενουάτες).
Η Δημοκρατία της Γένουας δεν ασκούσε άμεσα την εξουσία στη Χίο, αλλά είχε παραχωρήσει το δικαίωμα εκμετάλλευσης του νησιού σε μια εταιρεία, τη Mahona ή Maona. Γενικά ο όρος "Maona" αφορούσε εταιρείες επενδύσεων με ιδιώτες μετόχους (τα σημερινά funds). Η πιο πετυχημένη Γενοβέζικη Maona  υπήρξε η Μαόνα της Χίου με την επωνυμία Maona di Chio e di Focea.
H Χίος την περίοδο αυτή (1346-1566) ήταν ουσιαστικά ιδιοκτησία της συγκεκριμένης ιδιωτικής εταιρείας. Η παρουσία των Γενοβέζων στη Χίο είχε αρχίσει ανεπίσημα από το 1261 (όταν απέκτησαν εμπορικά προνόμια) και εδραιώθηκε το 1304 όταν ο Benedetto I Zaccaria αναγνωρίστηκε επίσημα ως αυθέντης της Χίου υπό την επικυριαρχία όμως, τότε, του Βυζαντίου,

Giuistiniani
Ο θυρεός των Giustiniani
To 1362 η πλειοψηφία των μετοχών της εταιρείας πέρασε στα χέρια ενός κλάδου της οικογενείας των Ιουστινιάνι (Giustiniani).
Την εξουσία στο νησί είχε στα χέρια της η Μαόνα, στην οποία την πρωτοκαθεδρία είχαν μεν οι Ιουστινιάνι, αλλά συμμετείχαν σαν μέτοχοι και πολλοί Γενοβέζοι πολίτες καθώς και Έλληνες προεστοί. Επρόκειτο για ένα συμμετοχικό σύστημα το οποίο δεν ήταν ακριβώς  δημοκρατία, αλλά για την εποχή ήταν πολύ προχωρημένο σε σχέση με τα φεουδαρχικά και απολυταρχικά καθεστώτα που επικρατούσαν οπουδήποτε αλλού (εκτός από τις ιταλικές δημοκρατίες).


Φαίνεται ότι ότι οι Γενοβέζοι ήταν περισσότερο απαιτητικοί σε θέματα εμπορίου και αγροτικής παραγωγής παρά σε θρησκευτικά ζητήματα (που ήταν «κόκκινη γραμμή» για τους ντόπιους). Επέβαλαν τη φύτευση οπωροφόρων δέντρων και εισήγαγαν την καλλιέργεια εσπεριδοειδών. Είχαν ένα δίκαιο και αποτελεσματικό φορολογικό σύστημα. Το μεγαλύτερό τους επίτευγμα ήταν ότι, θεσπίζοντας περιορισμούς και ρυθμίζοντας τις τιμές, οργάνωσαν κατά τέτοιο τρόπο το εμπόριο της μαστίχας, ώστε τα έσοδα εκτοξεύτηκαν και το νησί γνώρισε πρωτοφανή ακμή και ευημερία.

Όλος όμως αυτός ο πλούτος και η ευμάρεια αντιμετώπιζαν μία σοβαρή απειλή: την πειρατεία.


Ιστορικό Πλαίσιο ΙΙ - Η Πειρατεία στο Αιγαίο

Η πειρατεία υπήρξε μάστιγα για το Αιγαίο από την αρχαιότητα μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα.

Στους Μεσαιωνικούς χρόνους, μια πρώτη σοβαρή έξαρση σημειώθηκε από τα τέλη του 7ου αιώνα με τις επιδρομές των Σαρακηνών (δηλαδή Αράβων πειρατών) με ορμητήριο τη Συρία και τη Βόρεια Αφρική. Αργότερα, μέχρι τις αρχές του 9ου αιώνα, πρωταγωνίστησαν οι Σαρακηνοί της Κρήτης.
Νέα επιδείνωση σημειώθηκε με την εξασθένιση (και ουσιαστικά την εξαφάνιση) του Βυζαντινού στόλου τον 12ο αιώνα, ενώ η κατάσταση έγινε τραγική με τη διάλυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας το 1204. Σε φοβερούς πειρατές εξελίχθηκαν και οι Τούρκοι με αποκορύφωμα το 1534 όταν ο Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα προκάλεσε τεράστιες καταστροφές σε όλα τα παράλια του Αιγαίου και του Ιονίου.

pirates
Υπήρχαν όμως και άλλων εθνοτήτων πειρατές που άρχισαν να δραστηριοποιούνται στο Αιγαίο από την υστεροβυζαντινή περίοδο και μετά, όπως Μαλτέζοι (υπό την υψηλή προστασία του Τάγματος του Αγίου Ιωάννη), Ιταλοί (κυρίως Γενοβέζοι), Άραβες (κυρίως Αλγερινοί), αλλά και Έλληνες (κυρίως Μανιάτες).

Η πειρατεία δεν αφορούσε μόνο επιθέσεις εναντίον εμπορικών πλοίων, αλλά και  επιδρομές στα παράλια. Το πιο πολύτιμο λάφυρο σε αυτές τις λεηλασίες  ήταν οι γυναίκες και τα παιδιά που πωλούνταν  στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής. Οι άντρες αιχμάλωτοι γίνονταν κωπηλάτες.
Στον οθωμανικό στόλο και στις πειρατικές γαλέρες της Μεσογείου οι κωπηλάτες ήταν όλοι σκλάβοι, κατά κανόνα χριστιανοί.
Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά τη ναυμαχία της Ναυπάκτου to 1571, οι νικήτριες χριστιανικές δυνάμεις απελευθέρωσαν πάνω από 12.000 χριστιανούς σκλάβους κωπηλάτες, χώρια αυτοί που είχαν σκοτωθεί στη μάχη.

Το φαινόμενο της πειρατείας αυτού του είδους μετριάστηκε στο Αιγαίο περί τα μέσα του 17ου αιώνα. Αυτό συνέβη βασικά επειδή οι Τούρκοι έπαψαν να είναι οι ίδιοι, ως κράτος, επιδρομείς και βρήκαν πιο αποτελεσματικό τρόπο ληστείας μέσω φορολογίας. Εξάλλου, όντας κυρίαρχοι ολόκληρης πλέον της περιοχής, είχαν, τρόπον τινά, την υποχρέωση να παρέχουν προστασία εναντίον ξένων εισβολέων και κουρσάρων.
Ένας δευτερεύων λόγος ήταν ότι η εξέλιξη των ιστιοφόρων εξάλειψε την επιτακτική άλλοτε ανάγκη   για επάνδρωση των στόλων με κωπηλάτες.

Με το τέλος της εποχής της πειρατείας, οι πληθυσμοί σε όλο το Αιγαίο  άρχισαν σιγά-σιγά να εγκαταλείπουν τους οχυρωμένους οικισμούς μακριά από τις ακτές στα κατσάβραχα και να εγκαθίστανται σε πιο πεδινές περιοχές και στα παράλια όπου η διαβίωση ήταν πιο εύκολη.

Η πειρατεία πάντως  με την μορφή επιθέσεων σε πλοία συνεχίστηκε αμείωτη μέχρι τον 19ο αιώνα.

Τα μέσα αντιμετώπισης της πειρατείας ήταν δύο: ο στόλος στη θάλασσα και οι αμυντικές οχυρώσεις στα παράλια.
Ένα σημαντικό στοιχείο της αμυντικής οργάνωσης στη στεριά ήταν και οι βίγλες.


Οι Βίγλες της Χίου

Κατά τη Γενουοκρατία στη Χίο δεν υπήρχε μεγάλη στρατιωτική δύναμη, αλλά η άμυνα του νησιού οργανώθηκε  με τη δημιουργία κάστρων και οχυρωμένων οικισμών, καθώς και ενός δικτύου με παράκτιες βίγλες που ήταν, με διαφορά, το πιο εκτεταμένο στην Ελλάδα.

Παρόλο που η διάταξη των βιγλών και η τυποποίησή τους δείχνει ότι υπήρχε ένας κεντρικός σχεδιασμός, φαίνεται πως η κατασκευή τους δεν οργανώθηκε ούτε χρηματοδοτήθηκε από την Μαόνα, αλλά ήταν αποτέλεσμα πρωτοβουλίας των τοπικών κοινοτήτων  που υιοθέτησαν και διέδωσαν μια καλή ιδέα αντιγράφοντας η μία την άλλη. Τουλάχιστον αυτό περιγράφουν ξένοι περιηγητές, ενώ δεν υπάρχουν Γενοβέζικα έγγραφα που να πιστοποιούν ότι η κατασκευή έγινε συντονισμένα στα πλαίσια κάποιου μεγαλόπνοου αμυντικού προγράμματος.

Πιστεύεται ότι κατά την περίοδο πλήρους χρήσης και λειτουργίας του αμυντικού δικτύου, υπήρχαν στη Χίο 50-60 βίγλες. Σήμερα εντοπίζονται το πολύ 35 μαζί με αυτές των οποίων σώζονται μόνο ίχνη.
Από αυτές οι 24 είναι κηρυγμένες ως διατηρητέα μνημεία.
Στον Καστρολόγο καταγράφονται 25 βίγλες στη Χίο.

Είναι φανερό από το χάρτη με τις βίγλες της Χίου (βλ. προηγούμενο άρθρο) ότι η διασπορά των βιγλών είναι πολύ πιο πυκνή στο νότο του νησιού.
Ένας λόγος γι’ αυτό είναι ότι το βόρειο μέρος της Χίου είναι ορεινό με  ψηλές κορφές. Έτσι η μορφολογία του εδάφους προσφέρει φυσική προστασία και τη δυνατότητα αφ’ υψηλού παρατήρησης χωρίς να είναι απαραίτητη η κατασκευή πολλών παρατηρητηρίων.
Μαστιχόδεντρο
Στο νότιο μέρος του νησιού οι ακτές είναι πιο προσιτές. Επιπλέον ο εύφορος κάμπος και ειδικά τα πολύτιμα μαστιχόδενδρα χάριζαν εκεί πλούτο και ευημερία. Η ευημερία προσελκύει κόσμο, άρα το μέρος ήταν πυκνοκατοικημένο. Όλα αυτά σημαίνουν ότι η νότια πλευρά της Χίου, περισσότερο από τη βόρεια (αλλά και σε σύγκριση με άλλα νησιά), ήταν μια ιδιαίτερα ελκυστική λεία για τους πειρατές. Για αυτό η ανάγκη για αμυντικές κατασκευές ήταν εκεί πιο επιτακτική, συν το γεγονός ότι υπήρχαν περισσότεροι διαθέσιμοι πόροι για αυτό το σκοπό.

Στην   έκδοση  του  Φιλίππου  Αργέντη «Η  Χίος  παρά  τοις Γεωγράφοις και περιηγηταίς», παρατίθεται το παρακάτω εδάφιο από το έργο “Voyages de M. de Thevenot tant en Europe qu’ en Asie et en Afrique”  του Jean de Thevenot (Paris 1689):
«Επειδή αι πεδιάδες της Χίου ήσαν πλήρεις μαστιχοδένδρων, έπρεπε να υπάρχουν άνθρωποι, οι οποίοι να την φυλάττουν και να την συλλέγουν εις την εποχή της,  δια  τον  λόγο  τούτον  υπήρχον  εις  την  πεδιάδα  μικρά  χωρία  δια  τριάκοντα, πεντήκοντα, εκατόν ψυχάς έκαστον. Επειδή όμως ηνωχλούντο υπό των Τούρκων της Ανατολής,  η  οποία  απέχει  περίπου 18 μίλια,  οίτινες  αφήρπαζον  ανθρώπους  και πράγματα, όλα τα χωρία ταύτα απεφάσισαν να ενωθούν τρία ή τέσσερα ομού και να χτίσουν  κάστρα  ή  πύργους,  δια  να  εξασφαλισθώσι  κατά  των  πειρατών.  Δια  να φυλάξουν δε τα δένδρα και τα χωρία, έκτισαν πύργους εις τα πέριξ της νήσου εις απόστασιν τριών ή τεσσάρων μιλίων απ’ αλλήλων. Έκαστον δε γειτονικόν χωρίον απέστελλεν εκεί δύο άνδρας δια να φυλάττουν και όταν έβλεπον λέμβους, πλοία ή γαλέρας, ειδοποιούν και απεσύροντο ή και ημύνοντο.»

Δίκτυο βιγλών, τετράγωνης όμως κάτοψης και όχι στρογγυλής, όπως στη Χίο, υπάρχει στη Ρόδο και στη Μάλτα, κατασκευασμένα από τους Ιωαννίτες Ιππότες. Οι ίδιοι εγκατέστησαν παράκτιους πύργους παρατήρησης στην Κω, στη Χάλκη, στην Τήλο, στη Νίσυρο, την Κάλυμνο, τη Λέρο, τη Σύμη. Πολλές βίγλες στην Ελλάδα έκτισαν και οι Ενετοί, ειδικά στη Ζάκυνθο και στην Κεφαλλονιά. Επίσης, ανάλογο δίκτυο παρατήρησης, με μία ποικιλομορφία στους τύπους των πύργων, απαντάται και στην Κύπρο, στη Σικελία, στην Κορσική, στις Βαλεαρίδες και στην Costa del Sol της Ισπανίας. .


Χωροθέτηση

Η επιλογή της τοποθεσίας στην οποία χτιζόταν η βίγλα γινόταν με στόχο τον καλύτερο δυνατό έλεγχο της θάλασσας, και με γνώμονα το βάθος του ορίζοντα, την ύπαρξη περασμάτων, την ευκολία απόβασης και τη δυνατότητα επικοινωνίας με άλλα σημεία του νησιού.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειαζόταν στα σημεία που προσφέρονταν για ελλιμενισμό πλοίων.

Η θέση και η απόσταση μεταξύ δύο βιγλών εξαρτάται από τις τοπικές  συνθήκες,  τη  μορφή  των κατοπτευομένων ακτών, τη μορφολογία του εδάφους, αλλά και τη μέγιστη απόσταση στην οποία μπορεί να υπάρχει ικανοποιητική ορατότητα κάτω από δυσμενείς καιρικές συνθήκες. 

Στις βίγλες που ξέρουμε σήμερα η απόσταση κυμαίνεται από 1,6 χλμ μέχρι 3,8 χλμ.

Ο Jean de Thevenot το 1656 αναφέρει απόσταση τριών ή τεσσάρων μιλίων, ενώ ο ιστορικός Ιερώνυμος Ιουστινιάνης, το 1586, θεωρεί ότι η ενδεδειγμένη απόσταση μεταξύ δύο βιγλών είναι ένα μίλι.


Κατασκευή

Οι βίγλες της Χίου ήταν σε μεγάλο βαθμό τυποποιημένες. 
Μία τυπική βίγλα στη Χίο είναι κυλινδρική, με μέση διάμετρο κορμού 7,50μ. και συνολικό ύψος περί τα 12 μέτρα. Αποτελείται από μπαζωμένο κατά τα 2/3 κορμό με κολουροκωνική, συνήθως, βάση (σκάρπα), ένα δωμάτιο σε ύψος 8 μ. περίπου από το έδαφος που στεγάζεται από ένα ημικυλινδρικό θόλο, πάνω στον οποίο στηρίζεται το δώμα με τις επάλξεις. 

scarpa vigla
Scarpa
Ένα χαρακτηριστικό  σε αρκετές βίγλες είναι η κωνική διαπλάτυνση από το κάτω μέρος του κορμού προς τη βάση, που ονομάζεται scarpa (σκάρπα). Η διαμόρφωση αυτή ενίσχυε την αντοχή  της κατασκευής, τόσο στατικά όσο και σε κανονιοβολισμούς. Επίσης η σκάρπα εμπόδιζε τους επιτιθέμενους να πλησιάσουν πάρα πολύ στον τοίχο της βίγλας, έξω από το οπτικό πεδίο των βιγλατόρων.
Αυτή η ιδιαιτερότητα υπάρχει μόνο σε βίγλες της Χίου και όχι σε όλες.

Η λιθοδομή είναι από τοπικούς λίθους, ελαφρά λαξευμένους στην εξωτερική τους όψη συνδεδεμένους με κουρασάνι, δηλαδή ασβέστη ανακατεμένο με τριμμένο κεραμίδι και άμμο. 

Στη βάση το τοίχωμα έχει πάχος, μέχρι και 2μ., ενώ στον κορμό το μέσο πάχος μειώνεται στο 1μ.  
Το εσωτερικό της Βίγλας ήταν μπαζωμένο από τη βάση μέχρι τα δύο τρίτα του συνολικού ύψους.

Το  δωμάτιο  που  διαμορφώνεται  στην  κορυφή  της  βίγλας (σε στάθμη 8 μ. περίπου)  στεγάζεται με  χαμηλό  θόλο.  Μία καταπακτή στο άκρο του θόλου επέτρεπε την επικοινωνία μεταξύ του εσωτερικού χώρου και του δώματος της βίγλας όπου βρίσκονται οι επάλξεις. 
Οι βίγλες δεν είχαν είσοδο και πόρτα στο κάτω μέρος, οι περισσότερες όμως είχαν μια υποτυπώδη θύρα στο επάνω δωμάτιο. Η είσοδος γινόταν με ανεμόσκαλα, σχοινί ή φορητή ξύλινη σκάλα. Οι βιγλάτορες έμπαιναν είτε από τη θύρα του δωματίου ή συνηθέστερα ανέβαιναν κατευθείαν στις επάλξεις και από εκεί κατέβαιναν πιο κάτω.
Η θύρα που ποτέ δεν ήταν από την πλευρά της θάλασσας, ήταν καλά αμπαρωμένη, ενώ στις περισσότερες περιπτώσεις υπήρχε από πάνω της καταχύστρα (αμυντική κατασκευή μέσα στην οποία έχυναν καυτά υγρά). Καταχύστρες υπήρχαν και σε άλλα σημεία, περιμετρικά. Στο δωμάτιο του βιγλάτορα ανοίγονταν μικρά παράθυρα, τραπεζοειδούς σχήματος που κατέληγαν σε στενές οπές, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις ανοίγονται επιπλέον πολεμότρυπες.



Γύρω  από  τις  βίγλες  υπήρχαν  και  βοηθητικά  μικρά  χτίσματα για διάφορες χρήσεις: για  τα  ζώα, για την αποθήκευση ξύλων, για τα τρόφιμα, ακόμα και για τη διαμονή των βιγλατόρων, δεδομένου ότι η ίδια η βίγλα δεν διέθετε πολλές ανέσεις για διαβίωση, παρασκευή τροφής, προσωπική υγιεινή κλπ.


Αμυντικός ρόλος

Οι βίγλες χρησίμευαν πρωτίστως σαν παρατηρητήρια, ο ρόλος τους όμως ήταν και αμυντικός. Είχαν επίσης και αποτρεπτικό ρόλο λόγω της εικόνας ετοιμότητας που έδιναν για το νησί.

Όταν ο βιγλάτορας έβλεπε κάποιο εχθρικό πλοίο, ειδοποιούσε τις άλλες βίγλες και τα χωριά. Ακόμα και γειτονικά νησιά. Τα σήματα κινδύνου δίνονταν με καπνό την ημέρα και με φωτιά τη νύχτα. Για το σκοπό αυτό  χρησιμοποιούσαν είτε εύφλεκτη ξυλεία, ξερά χόρτα, θάμνους, καλάμια κ.ά. για ζωηρή φωτιά τη νύχτα είτε βρεγμένα σανά και κοπριά βοοειδών (σβουνιές) για πυκνό καπνό την ημέρα.

Τα κωδικοποιημένα μηνύματα ειδοποιούσαν για το σημείο επερχόμενης απόβασης και τον αριθμό των σκαφών, ώστε να αποσταλεί στρατιωτική δύναμη προς απόκρουση του επιδρομέα, οι δε χωρικοί να προφυλαχθούν στο εσωτερικό των χωριών που, ειδικά στην περιοχή των Μαστιχοχωρίων, ήταν οχυρωμένα. Οπωσδήποτε έπρεπε το μήνυμα να φθάσει μέχρι τη Χώρα της Χίου, στο Κάστρο.

Τη φωτιά υποτίθεται ότι την άναβαν στην κορυφή της βίγλας, αλλά είναι εξαιρετικά πιθανό τις περισσότερες φορές να την άναβαν έξω από τη βίγλα, όταν ο κίνδυνος δεν ήταν άμεσος και δεν υπήρχαν προβλήματα ορατότητας.
Επίσης, πολλές φορές το σήμα κινδύνου μεταδίδονταν προσωπικά από τους ίδιους τους βιγλάτορες που έσπευδαν στο πλησιέστερο χωριό (με άλογο ή με τα πόδια) για να ειδοποιήσουν όταν δεν ήθελαν να δώσουν στόχο (σε ένα είδος σιωπηλού συναγερμού).

Η επάνδρωση των βιγλών γινόταν συνήθως από δύο άντρες, τους βιγλάτορες. Ανά πάσα στιγμή ο ένας από τους δύο βιγλάτορες είχε βάρδια στο παρατηρητήριο.
Ανάμεσα στα καθήκοντα του βιγλάτορα ήταν και η συντήρηση της βίγλας και οι τυχόν επείγουσες επιδιορθώσεις.
Η επιλογή των βιγλατόρων γινόταν με προσοχή από τον τοπικό πληθυσμό και ο διορισμός τους ήταν επίσημος. Η θέση απαιτούσε υπευθυνότητα και ικανότητες.
Κάθε βιγλάτορας πήγαινε εκ περιτροπής κάθε δεύτερη Κυριακή στο χωριό του για να επισκεφτεί την οικογένειά του. Έπρεπε να επιστρέψει αυθημερόν με τις προμήθειες της εβδομάδας.
Τα έξοδα της βίγλας  και του πληρώματος τα κάλυπταν τα γειτονικά χωριά.

Πάντως αυτή η εικόνα των βιγλατόρων σαν επίλεκτων πιθανόν να μην ανταποκρίνεται εντελώς στην πραγματικότητα δεδομένου ότι κάποια έγγραφα από το τέλος του 18ου αιώνα δείχνουν ότι η υπηρεσία στις βίγλες αντιμετωπίζονταν σαν ένα είδος προσωπικής εργασίας και υποχρεωτικής αγγαρείας για τους κατοίκους, ενώ ένα έγγραφο του 1834 αναφέρει ότι η λειτουργία της βίγλας στην Κώμη είχε ανατεθεί εργολαβικά σε ιδιώτη.

Συχνά, μετά την επισήμανση του κινδύνου, οι βιγλάτορες εγκατέλειπαν τη θέση τους. Αυτό δεν το έκαναν για να γλυτώσουν, καθώς οι πειρατές δεν είχαν λόγο να σπαταλούν χρόνο και δυνάμεις για να πολιορκήσουν τη βίγλα. Μερικές φορές έφευγαν για να μεταδώσουν αυτοπροσώπως το μήνυμα κινδύνου, αλλά ο βασικός λόγος ήταν για να πάρουν μέρος στην άμυνα των οικισμών καθώς οι βιγλάτορες ήταν από τους λίγους έμπειρους πολεμιστές που υπήρχαν διαθέσιμοι.

Χωρίς να υπάρχουν σχετικές μαρτυρίες, υποθέτουμε ότι οι μοναδικές περιπτώσεις που οι πειρατές θα επιτίθενται στη βίγλα και οι αμυνόμενοι θα επέμεναν στην υπεράσπισή τους θα ήταν όταν η θέση της βίγλας θα μπορούσε να απειλήσει τον ασφαλή ελλιμενισμό των πειρατικών πλοίων.
Επίσης είναι εξαιρετικά απίθανο οι πειρατές να έβαλαν κατά της βίγλας με κανόνια. Οι βίγλες ήταν ψηλά και έδιναν μικρό στόχο και θα χρειαζόταν πολλές βολές για να την πετύχουν και να προξενήσουν σοβαρές ζημιές. Οι πειρατές δεν θα είχαν σοβαρό λόγο να το κάνουν αυτό εκτός από τις περιπτώσεις που η βίγλα ήταν απειλή για το αγκυροβόλιό τους.

Οι βιγλάτορες είχαν ελαφρύ οπλισμό για την άμυνά τους και αντιμετώπιζαν τους επιτιθέμενους  με ρίψεις ακοντίων βελών και λίθων. Οι καταχύστρες ήταν ένα αποτελεσματικό μέσο άμυνας. Αργότερα ο οπλισμός τους εξελίχθηκε και  συμπεριλάμβανε πυροβόλα όπλα,  ίσως ένα μικρό κανόνι, και διάφορα είδη τυφεκίων, ανάλογα με την εποχή:  εσπιγκάρδες, αρκεβούζια, μουσκέτα.


Χρονολόγηση

Η πρώτη γραπτή μαρτυρία για τις βίγλες γίνεται από τον περιηγητή Andre Thevet το1549 και από τον Ιερώνυμο Ιουστινιάνη το 1586. Τον 17ο αιώνα, αναφορές στις βίγλες γίνονται από  τους περιηγητές George Sandys to 1610 και Jean de Thevenot το 1656.

Οι ιστορικοί της Χίου Αλ.  Βλαστός και  Δημ. Ροδοκανάκης, τοποθετούν  χρονικά την οικοδόμηση των βιγλών στην ίδια περίοδο με τα οχυρωματικά έργα του λιμανιού της Χίου και την κατασκευή του κάστρου των Απολίχνων στα Αρμόλια, έργα και τα δύο του 1440. Αυτή είναι μια λογικοφανής θεωρία, που όμως δεν τεκμηριώνεται με ιστορικά στοιχεία.
Μια δενδροχονολόγηση που έγινε από το πανεπιστήμιο Cornel το 2002 έδειξε ως πιθανές χρονολογίες κοπής των ξύλων το 1451 και το 1461, χωρίς όμως το αποτέλεσμα να θεωρείται απόλυτα αξιόπιστο λόγω ανεπαρκούς δείγματος.

Δεν έχουμε λοιπόν ακριβή χρονολογία, μπορούμε όμως να διατυπώσουμε με κάποια βεβαιότητα την υπόθεση ότι οι βίγλες της Χίου κατασκευάστηκαν περί τα μέσα του 15ου αιώνα. Δεν αποκλείεται κάποιες από αυτές να κατασκευάστηκαν λίγο αργότερα, αλλά αυτό δεν είναι πολύ πιθανό.

Οι βίγλες χρησιμοποιήθηκαν και αξιοποιήθηκαν μέχρι τα μέσα του 17ου αιώνα. Μετά το τέλος της εποχής της πειρατείας, ο ρόλος τους έπαψε να είναι ζωτικής σημασίας. Μάλλον οι περισσότερες εγκαταλείφθηκαν τότε.
Υπάρχουν πάντως ντοκουμέντα του 1783 και του 1786 που ρυθμίζουν λεπτομέρειες της  βίγλας της Καλαμωτής (της Κώμης μάλλον), και ένα άλλο του 1839  που αναφέρει ότι η φύλαξη της βίγλας της Καλλιμασιάς ανατίθεται επί πληρωμή σε ιδιώτη. Αν μη τι άλλο αυτό δείχνει ότι τουλάχιστον κάποιες από τις βίγλες φυλάσσονταν ακόμα και μέσα στον 19ο αιώνα.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


  • Ζολώτας Γ., ‘‘Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΧΙΟΥ’’,  Αθήναι1921
  • Αργέντης Φ., ‘‘Η ΧΙΟΣ ΠΑΡΑ ΤΟΙΣ ΓΕΩΓΡΑΦΟΙΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΗΓΗΤΑΙΣ’’,  Αθήναι1946.
  • Χωρεάνθης Κ., Τσικριτέα-Χωρεάνθη Ε., Τσαπέλας Γ., Ντούση Αν., ‘‘ΚΑΣΤΡΑ ΚΑΙ ΠΥΡΓΟΙ ΣΤΗ ΧΙΟ. ΧΙΟΣ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ’’, εκδ. Χαβιάρα,  Χίος 1973
  • Ψαλτάκης Δημήτρης, ‘‘ΒΙΓΛΕΣ ΤΗΣ ΧΙΟΥ: ΕΞΕΡΕΥΝΩΝΤΑΣ ΤΑ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΑ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΑ’’, ΤΕΙ Πειραιά, ΣΤΕΦ-ΤΜΗΜΑ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΔΟΜΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ, 2007-2008

Βίγλες στο Τραχήλι και στην Ελίντα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου